Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

ΑΓΝΩΣΤΑΙ ΑΙ ΒΟΥΛΑΙ


Θύελλες, άνεμοι γύρω μας πνέουν
Τέκνα του σκότους εμάς κυνηγούν,
Σ' ύστερες μάχες μπλεκόμαστε τώρα,
Κι άγνωστες τύχες εμάς καρτερούν

Ο τελευταίος στίχος αίρει τις χυδαίες και ανυπόστατες κατηγορίες για φτηνό ντετερμινισμό εκ μέρους του Μαρξ. Θα νικήσουμε, όχι όμως απαραιτήτως εμείς.
Να πούμε εδώ και κάτι άλλο. Ο Μαρξ, ως γνωστόν, θεμελίωσε τον επιστημονικό σοσιαλισμό, που καμία σχέση δεν έχει με τις αρλούμπες των ουτοπιστών, πριν απ' αυτόν, και των χαζοχαρούμενων παιδιών των κοινοβίων με χασίσι κι αγάπη, πολλές δεκαετίες μετά απ' αυτόν.

Παρ'όλα αυτά, στα τελευταία χρόνια της ζωής του έβλεπε μια χαραμάδα ελπίδας για την Επανάσταση, όχι από το βιομηχανικό προλεταριάτο της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης, αλλά από τις αγροτικές μάζες της εν πολλοίς προκαπιταλιστικής Ρωσίας.

Τι ήταν αυτό που τον έκανε να έρθει σε σύγκρουση, μέχρις ενός βαθμού, με την επιστημονική προσέγγιση της Επανάστασης, κάτι που δε διανοήθηκε ποτέ το έτερον πολιτικό και πνευματικό του ήμισυ, ο Ένγκελς; Ο πείσμων κομμουνιστής ιστορικός γέρο-Έρικ δίνει μία εξήγηση. Είχε σιχαθεί τη σαπίλα του καπιταλισμού και ήθελε να πιαστεί από την πιο εύκαιρη ελπίδα.

Όταν διάβασα τη σχετική προσέγγιση του Χόμπσμπαουμ, αμέσως θυμήθηκα ότι ο Μαρξ είχε ζήσει το θάνατο της μικρής κόρης του από υποσιτισμό και κρύο σε ένα παγωμένο σπίτι στο Λονδίνο.

Ο κομμουνιστής είναι ψυχρός και βράχος. Πιο πολύ όμως είναι ένας πατέρας που έχει χάσει την κορούλα του στο βιομηχανικό Λονδίνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου