Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

ΔΕΝ ΑΡΝΗΘΗΚΑΝ

Χωρίς πρόταση η Αριστερά, χωρίς λόγο εξουσίας η Αριστερά, χωρίς αρχίδια η Αριστερά. Καθημερινά βομβαρδιζόμαστε από τη γνωστή άποψη περί απουσίας επί της ουσίας των αριστερών κομμάτων, όταν κάποιος πρέπει να βγάλει το φίδι από την τρύπα. Βεβαια, οι ίδιοι που τα λένε αυτά, χαμογελούν ειρωνικά ή φρίττουν (εξαρτάται από τη φιλελεύθερη ιδιοσυγκρασία τους), όταν ξεμυτίζει έστω και ως υπονοούμενο ένας πραγματικά αριστερός λόγος, που αφορά την αλλαγή στον έλεγχο των μέσων παραγωγής, την κατάργηση του ιδιωτικού ελέγχου στις μεγάλες παραγωγικές μονάδες, την αποδόμηση εν ολίγοις του καπιταλισμού στην παρασιτική και γκροτέσκο ελληνική εκδοχή του. Παρωχημένοι, επικίνδυνοι, γραφικοί, μοναδικοί στην Ευρώπη και τον κόσμο, όσοι λένε τέτοιες "μπούρδες".
Ειδικά στο τελευταίο, ας σταθούμε. Τι αξία έχει η ύπαρξη μαρξιστικών αριστερών σχηματισμών σε μια χώρα της καπιταλιστικής περιφέρειας, χωρίς μείζονα λόγο και ρόλο στη διεθνή πραγματικότητα; Έχει και παραέχει. Έρχονται δύσκολες εποχές για όλο το δυτικό κόσμο. Παντού ακούγεται ήδη η προαναγγελία του θανάτου του κοινωνικού κράτους, της εργασιακής προστασίας, του κοινωνικού συμβολαίου, κοντολογίς, που προσδιόρισε τη μεταπολεμική Δύση. Η συζήτηση για την άμβλυνση αυτών των φαινομένων χωρίς ριζική αμφισβήτηση του καπιταλισμού θυμίζει το σκύλο που κυνηγάει την ουρά του. Η επιβίωση ενός λόγου ουσιαστικής αμφισβήτησης όλου του οικοδομήματος, εκ θεμελίων και όχι στα κουφώματα, είναι από μόνη της σημαντική, έστω κι αν εντοπίζετεαι στην ιδιόμορφη ελληνική περίπτωση. 
Δεν ξέρουμε και δε μπορούμε, ακόμα,  από μόνο του όμως είναι σημαντικό να φωνάζουμε και να ονειρευόμαστε. Οι καιροί είναι μαζί μας.

Στίχοι: Μανώλης Αναγνωστάκης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π' αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοί τούς φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π' άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου